Διαδηλωσις εν τωι Παρισι… υπερ των ιχθυων


akropolis world news
Noticias de AKROPOLIS WORLD NEWS


Διαδήλωσις ἐν τῷ Παρίσι… ὑπὲρ τῶν ἰχθύων

Χθὲς τῷ Σαββάτῳ, τῇ “Εὐρωπαίῃ τῆς Θαλάττης Ἡμέρᾳ“, διαδήλωσις ἐγένετο ἐν τῇ τῆς Γαλλίας πρωτευούσῃ, οὐ μὴν ὑπὲρ τῶν παίδων οἳ ἐν τοῖς πολέμοις ἀποθνῄσκουσιν ἢ ὑπὲρ τῆς δημοκρατίας… ἀλλὰ ὑπὲρ τῶν ἰχθύων.

οἱ διαδηλοῦντες, τοὺς ἰχθῦς μιμεῖσθαι βουλόμενοι, τὸ σῶμα θαλαττίῳ χρώματι ἐπιχρισάμενοι καὶ δίκτυα περιβαλόμενοι, χαμαὶ ἔκειντο (οὕτως ὡς δυνάμεθα ἐν τῇ φωτογραφίᾳ ἰδεῖν), ἐβούλοντο γὰρ ἐπιδεῖξαι ὅτι οὐ μόνον τὰ ζῷα θηρευόμενα ἀλλὰ καὶ οἱ ἰχθύες ἁλιευόμενοι μάλιστα πάσχουσιν. κατὰ τὴν Ἀλεξάνδρα Βλᾶγκ, ἡ τῆς ἑταιρείας Vegan Impact πρόεδρος, πάντες οἱ ὑπὲρ τῶν τῶν ζῴων δικαίων μαχόμενοι ἀεὶ τῶν ἰχθύων ἐπιλανθάνονται, εἶπε δὲ καὶ ὅτι οἱ μὲν χορτοφάγοι, κρέας ἐσθίειν οὐ βουλόμενοι, “εἰς τοὺς ἰχθῦς φεύγοιεν“, τοῦτο δὲ τὸ αὐτὸ εἴη.

τῆς διαδηλώσεως τελευτησάσης, ἡ Α. Β. ἄγγελμα τοῖς τε παροῦσι καὶ τοῖς δημοσιογράφοις ἀνέγνω καθ’ ὃ οἱ μὲν Γάλλοι ἄγαν ἰχθύος ἐσθίουσιν, ἕκαστος ἄθρωπος τριάκοντα πέντε χιλιόγραμμα κατ’ ἐνιαυτόν (τοῦτο δὲ τὸ αὐτό ἐστι καὶ ἑκατὸν γραμμάρια καθ’ ἡμέραν), πολλοὶ δὲ ἔμπειροι ἤδη εἶπον ὅτι τῷ μὲν 2050ῷ (δισχιλιοστῷ πεντηκοστῷ) ἔτει οἱ ὠκεανοὶ ἴσως κενοὶ ἰχθύων κείσοιντο, δέοι δὲ τούτῳ τέλος ἐπιθεῖναι, οἱ γὰρ ὠκεανοὶ οὐχ οἷοί τ’ εἴεν τοῖς ἀνθρώποις τοσαῦτα ὅσων δεόμεθα παρέχειν.


μετάφρασις (ver traducción)

translation-contest


BIBLIA – NUEVO TESTAMENTO – LUCAS

Lectura del evangelio de Lucas en la adaptación al griego moderno  kazarévusa de  Neófitos Vamvas (1850). El texto se muestra en el vídeo.


O bien  la lectura del texto original, en griego koiné (aunque pronunciado a la manera moderna)


Y esta otra lectura, en griego moderno. Lo malo es que el autor del vídeo le ha metido musiquita de fondo, para crear ambiente. ¡Qué tontería! ¿Alguien se pone música cuando lee una novela? Pues entonces, ¿por qué un audiolibro ha de tener música de fondo?  En fin, si a alguien le gusta…



BIBLIA – ANTIGUO TESTAMENTO – AMÓS

Libro de Amós. Género: profético, apocalíptico.

Capitulo I

(descargar)

Οι λόγοι του Αμώς, όστις ήτο εκ των βοσκών της Θεκουέ , τους οποίους είδε περί του Ισραήλ εν ταις ημέραις Οζίου βασιλέως του Ιούδα, και εν ταις ημέραις Ιεροβοάμ, υιού του Ιωάς βασιλέως του Ισραήλ, δύο έτη προ του σεισμού.

Las palabras de Amós, que fue uno de los pastores de Tecoa תקוע, que profetizó acerca de Israel en días de Uzías עוזיהו , rey de Judá, y en días de Jeroboam hijo de Joás, rey de Israel, dos años antes del terremoto.

Και είπεν, Ο Κύριος θέλει βρυχήσει εκ Σιών και θέλει εκπέμψει την φωνήν αυτού εξ Ιερουσαλήμ · και αι κατοικίαι των ποιμένων θέλουσι πενθήσει, και η κορυφή του Καρμήλου θέλει ξηρανθή.

Dijo: el Señor rugirá desde Sion, y dará su voz desde Jerusalén, y los campos de los pastores se enlutarán, y se secará la cumbre del Carmelo.

Ούτω λέγει Κύριος · διά τας τρεις παραβάσεις της Δαμασκού και διά τας τέσσαρας δεν θέλω αποστρέψει την τιμωρίαν αυτής, διότι ηλώνισαν την Γαλαάδ με τριβόλους σιδηρούς ·

Así ha dicho el Señor: Por tres pecados de Damasco, y por el cuarto, no revocaré su castigo; porque trillaron a Galaad con trillos de hierro.

αλλά θέλω εξαποστείλει πυρ εις τον οίκον Αζαήλ και θέλει καταφάγει τα παλάτια του Βεν-αδάδ.

Prenderé fuego en la casa de Hazael, y consumirá los palacios de Ben-adad.

Και θέλω συντρίψει τους μοχλούς της Δαμασκού και εξολοθρεύσει τον κάτοικον από της πεδιάδος Αβέν και τον κρατούντα το σκήπτρον από του οίκου Εδέν, και ο λαός της Συρίας θέλει φερθή αιχμάλωτος εις Κιρ, λέγει Κύριος.

Y quebraré los cerrojos de Damasco, y destruiré a los moradores del valle de Avén, y al que posee el cetro de la casa de Edén; y el pueblo de Siria será transportado a Kir, dice el Señor.

Ούτω λέγει Κύριος· Διά τας τρεις παραβάσεις της Γάζης και διά τας τέσσαρας δεν θέλω αποστρέψει την τιμωρίαν αυτής · διότι ηχμαλώτισαν τον λαόν μου αιχμαλωσίαν τελείαν, διά να παραδώσωσιν αυτούς εις τον Εδώμ ·

Así ha dicho el Señor: Por tres pecados de Gaza, y por el cuarto, no revocaré su castigo; porque llevó cautivo a todo un pueblo para entregarlo a Edom.

αλλά θέλω εξαποστείλει πυρ εις το τείχος της Γάζης και θέλει καταφάγει τα παλάτια αυτής.

Prenderé fuego en el muro de Gaza, y consumirá sus palacios.

Και θέλω εξολοθρεύσει τον κάτοικον από της Αζώτου και τον κρατούντα το σκήπτρον από της Ασκάλωνος, και θέλω στρέψει την χείρα μου εναντίον της Ακκαρών και το υπόλοιπον των Φιλισταίων θέλει απολεσθή, λέγει Κύριος ο Θεός.

Y destruiré a los moradores de Asdod, y al que tiene el cetro de Ascalón; y volveré mi mano contra Ecrón, y el resto de los filisteos perecerá, ha dicho el Señor Dios.

Ούτω λέγει Κύριος· Διά τας τρεις παραβάσεις της Τύρου και διά τας τέσσαρας δεν θέλω αποστρέψει την τιμωρίαν αυτής · διότι παρέδωκαν τον λαόν μου εις αιχμαλωσίαν τελείαν εις τον Εδώμ και δεν ενεθυμήθησαν την αδελφικήν συνθήκην·

Así ha dicho el Señor: Por tres pecados de Tiro, y por el cuarto, no revocaré su castigo; porque entregaron a mi pueblo cautivo a Edom, y no se acordaron del pacto de hermanos.

αλλά θέλω εξαποστείλει πυρ εις το τείχος της Τύρου και θέλει καταφάγει τα παλάτια αυτής.

Prenderé fuego en el muro de Tiro, y consumirá sus palacios.

Ούτω λέγει Κύριος · Διά τας τρεις παραβάσεις του Εδώμ και διά τας τέσσαρας δεν θέλω αποστρέψει την τιμωρίαν αυτού, διότι κατεδίωξε τον αδελφόν αυτού εν ρομφαί και ηθέτησε την ευσπλαγχνίαν αυτού, και ο θυμός αυτού κατεσπάραττεν ακαταπαύστως και εφύλαττε την οργήν αυτού παντοτεινά ·

Así ha dicho el Señor: Por tres pecados de Edom, y por el cuarto, no revocaré su castigo; porque persiguió con la espada a su hermano, y violó todo afecto natural; y en su furor lo devoraba sin pausa, y ha guardado su rencor perpetuamente.

αλλά θέλω εξαποστείλει πυρ επί Θαιμάν και θέλει καταφάγει τα παλάτια της Βοσόρρας.

Prenderé fuego en Temán, y consumirá los palacios de Bosra.

Ούτω λέγει Κύριος· Διά τας τρεις παραβάσεις των υιών Αμμών και διά τας τέσσαρας δεν θέλω αποστρέψει την τιμωρίαν αυτού, διότι διέσχιζον τας εγκυμονούσας της Γαλαάδ, διά να πλατύνωσι το όριον αυτών·

Así ha dicho el Señor: Por tres pecados de los hijos de Amón, y por el cuarto, no revocaré su castigo; porque abrieron por la mitad a las mujeres de Galaad, que estaban encintas, para ensanchar sus tierras.

αλλά θέλω ανάψει πυρ εις το τείχος της Ραββά και θέλει καταφάγει τα παλάτια αυτής, μετά κραυγής εν τη ημέρα της μάχης, μετά ανεμοστροβίλου εν τη ημέρα της θυέλλης.

Prenderé fuego a la muralla de Rabá, y consumirá sus palacios con estruendo en el día de la batalla, con tempestad en el día de la tempestad;

Και ο βασιλεύς αυτών θέλει υπάγει εις αιχμαλωσίαν, αυτός και οι άρχοντες αυτού ομού, λέγει Κύριος.

y su rey irá en cautiverio, él y todos sus príncipes, dice el Señor.

BIBLIA – ANTIGUO TESTAMENTO – JONÁS

Ἰωνᾶς, κεφάλαιο 1

(descargar)

Και έγεινε λόγος Κυρίου προς Ιωνάν τον υιόν του Αμαθί, λέγων, Σηκώθητι, ύπαγε εις Νινευή, την πόλιν την μεγάλην, και κήρυξον κατ’ αυτής· διότι η ασέβεια αυτών ανέβη ενώπιόν μου.

Vino palabra del Señor a Jonás hijo de Amitai, diciendo:

¡Levántate! Ve a Nínive, la gran ciudad, y predica contra ella; porque ha subido su maldad delante de mí.

Και εσηκώθη ο Ιωνάς διά να φύγη εις Θαρσείς από προσώπου Κυρίου και κατέβη εις Ιόππην· και εύρηκε πλοίον πορευόμενον εις Θαρσείς, και έδωκε τον ναῦλον αυτού και επέβη εις αυτό, διά να υπάγη μετ’ αυτών εις Θαρσείς από προσώπου Κυρίου.

Y Jonás se levantó para huir de la faz del Señor, a Tarsis, y descendió a Jope, y halló una nave que partía para Tarsis; pagó su pasaje, entró en ella para irse con ellos a Tarsis, lejos de la faz del Señor.

Αλλ’ ο Κύριος εξήγειρεν άνεμον μέγαν επί την θάλασσαν, και έγεινε κλύδων μέγας εν τη θαλάσση και το πλοίον εκινδύνευε να συντριφθ.

Pero el Señor hizo levantar un gran viento en el mar, y hubo en el mar una gran agitación y la nave corría peligro de romperse.

Και εφοβήθησαν οι ναύται και ανεβόησαν έκαστος προς τον θεόν αυτού και έκαμον εκβολήν των εν τω πλοίω σκευών εις την θάλασσαν, διά να ελαφρωθή απ’ αυτών·

Y los marineros tuvieron miedo, y cada uno clamaba a su dios; y echaron al mar los enseres que había en la nave, para descargarla de ellos.

ο δε Ιωνάς κατέβη εις το κοίλωμα του πλοίου και επλαγίασε και εκοιμάτο βαθέως.

Pero Jonás había bajado al interior de la nave, y se había echado a dormir.

Και επλησίασε προς αυτόν ο πλοίαρχος και είπε προς αυτόν, Τι κοιμάσαι συ; σηκώθητι, επικαλού τον Θεόν σου, ίσως ο Θεός μας ενθυμηθ και δεν χαθώμεν.

Y el patrón de la nave se le acercó y le dijo: ¿Por qué duermes? Levántate, e invoca a tu Dios; quizá él tenga consideración de nosotros, y no perezcamos.

Και είπον έκαστος προς τον πλησίον αυτού, Έλθετε και ας ρίψωμεν κλήρους, διά να γνωρίσωμεν τίνος ένεκεν το κακόν τούτο είναι εφ’ ημάς. Και έρριψαν κλήρους και έπεσεν ο κλήρος επί τον Ιωνάν.

Y dijeron cada uno a su compañero: Venid y echemos suertes, para que sepamos por causa de quién nos ha venido este mal. Y echaron suertes, y la suerte cayó sobre Jonás.

Τότε είπον προς αυτόν, Ειπέ τώρα προς ημάς, τίνος ένεκεν το κακόν τούτο ήλθεν εφ’ ημάς; Τι είναι το έργον σου; και πόθεν έρχεσαι; τις ο τόπος σου; και εκ τίνος λαού είσαι;

Entonces le dijeron ellos: S ahora por qué nos ha venido este mal. ¿Qué oficio tienes, y de dónde vienes? ¿Cuál es tu tierra, y de qué pueblo eres?

Ο δε είπε προς αυτούς, Εγώ είμαι Εβραίος· και σέβομαι Κύριον τον Θεόν του ουρανού, όστις εποίησε την θαλάσσαν και την ξηράν.

Τότε εφοβήθησαν οι άνθρωποι φόβον μέγαν και είπον προς αυτόν, Τι είναι τούτο, το οποίον έκαμες; διότι εγνώρισαν οι άνθρωποι, ότι έφευγεν από προσώπου Κυρίου, επειδή είχεν αναγγείλει τούτο προς αυτούς.

Y él les respondió: Soy hebreo, y temo al Señor Dios de los cielos, que hizo el mar y la tierra.

Y aquellos hombres temieron sobremanera, y le dijeron: ¿Por qué has hecho esto? Porque ellos sabían que huía de la presencia de Jehová, pues él se lo había declarado.

Και είπον προς αυτόν, Τι να σε κάμωμεν, διά να ησυχάσ η θάλασσα αφ’ ημών; διότι η θάλασσα εκλυδωνίζετο επί το μάλλον.

Y le dijeron: ¿Qué haremos contigo para que el mar se nos aquiete? Porque el mar se iba embraveciendo más y más.

Και είπε προς αυτούς, Σηκώσατέ με και ρίψατέ με εις την θάλασσαν, και η θάλασσα θέλει ησυχάσει αφ’ υμών· διότι εγώ γνωρίζω, ότι εξ αιτίας εμού έγεινεν ο μέγας ούτος κλύδων εφ’ υμάς.

Él les respondió: Tomadme y echadme al mar, y el mar se os aquietará; porque yo sé que por mi causa os ha sobrevenido este gran oleaje.

Οι άνθρωποι όμως εκωπηλάτουν δυνατά διά να επιστρέψωσι προς την ξηράν· αλλά δεν εδύναντο, διότι η θάλασσα εκλυδωνίζετο επί το μάλλον κατ’ αυτών.

Y aquellos hombres trabajaron para hacer volver la nave a tierra; mas no pudieron, porque el mar se iba embraveciendo más y más contra ellos.

Όθεν ανεβόησαν προς τον Κύριον και είπον, Δεόμεθα, Κύριε, δεόμεθα, ας μη χαθώμεν διά την ζωήν του ανθρώπου τούτου και μη επιβάλης εφ’ ημάς αίμα αθώον· διότι συ, Κύριε, έκαμες ως ήθελες.

Entonces clamaron al Señor y dijeron: Te rogamos ahora, Señor, que no perezcamos nosotros por la vida de este hombre, ni pongas sobre nosotros la sangre inocente; porque tú, Señor, has hecho como has querido.

Και εσήκωσαν τον Ιωνάν και έρριψαν αυτόν εις την θάλασσαν και η θάλασσα εστάθη από του θυμού αυτής.

Y tomaron a Jonás, y lo echaron al mar; y el mar se aquietó de su furor.

Τότε οι άνθρωποι εφοβήθησαν τον Κύριον φόβον μέγαν και προσέφεραν θυσίαν εις τον Κύριον και έκαμον ευχάς.

Entonces temieron los hombres al Señor con gran temor, y ofrecieron sacrificio al Señor, e hicieron votos.

Και διέταξε Κύριος μέγα κήτος να καταπί τον Ιωνάν. Και ήτο ο Ιωνάς εν τ κοιλία του κήτους τρεις ημέρας και τρεις νύκτας.

Y Dios mandó un gran pez que tragase a Jonás; y estuvo Jonás en el vientre del pez tres días y tres noches.

Ἰωνᾶς, κεφάλαιο 2

(descargar)

Και προσηυχήθη Ιωνάς προς Κύριον τον Θεόν αυτού εκ της κοιλίας του κήτους,

Entonces oró Jonás desde el vientre del pez al Señor, su Dios,

Και είπεν, Εβόησα εν τη θλίψει μου προς τον Κύριον, και εισήκουσέ μου· εκ κοιλίας Άδου εβόησα, και ήκουσας της φωνής μου.

y dijo: Clamé en mi angustia al Señor,y él me oyó; desde el seno del Hades clamé, y mi voz oíste.

Διότι με έρριψας εις τα βάθη, εις την καρδίαν της θαλάσσης, και ρεύματα με περιεκύκλωσαν· πάσαι αι τρικυμίαι σου και τα κύματά σου διήλθον επάνωθέν μου.

Me echaste a lo profundo, en medio de los mares, y me rodearon las corrientes; todas tus ondas y tus olas pasaron sobre mí.

Και εγώ είπα, Απερρίφθην απ’ έμπροσθεν των οφθαλμών σου · όμως θέλω επιβλέψει πάλιν εις τον ναόν τον άγιόν σου.

Entonces dije: Desechado soy de delante de tus ojos; mas aún veré tu santo templo.

Τα ύδατα με περιεκύκλωσαν έως της ψυχής, η άβυσσος με περιέκλεισε, τα φύκια περιετυλίχθησαν περί την κεφαλήν μου.

Las aguas me rodearon hasta el alma; me rodeó el abismo; las algas se enredaron en mi cabeza.

Κατέβην εις τα έσχατα των ορέων· οι μοχλοί της γης είναι επάνωθέν μου διαπαντός· αλλ’ ανέβη η ζωή μου από της φθοράς, Κύριε Θεέ μου·

Descendí a los cimientos de los montes; la tierra echó sus cerrojos sobre mí para siempre; pero de la fosa ascendió mi vida, oh Señor, Dios mío.

Ενώ ήτο εκλείπουσα εν εμοί η ψυχή μου, ενεθυμήθην τον Κύριον · και η προσευχή μου εισήλθε προς σε, εις τον ναόν τον άγιόν σου.

Cuando mi alma desfallecía en mí, pensé en el Señor y mi oración llegó hasta ti, hasta tu santo templo.

Οι φυλάττοντες ματαιότητας ψεύδους εγκαταλείπουσι το έλεος αυτών.

Los que siguen vanidades ilusorias abandonan su propia misericordia.

Αλλ’ εγώ θέλω θυσιάσει προς σε μετά φωνής αινέσεως· θέλω αποδώσει όσα ηυχήθην· η σωτηρία είναι παρά του Κυρίου.

Pero yo, con voz de alabanza, te ofreceré sacrificios; cumpliré lo que prometí. La salvación está en el Señor.

Και προσέταξεν ο Κύριος το κήτος και εξήμεσε τον Ιωνάν επί την ξηράν.

Y mandó Jehová al pez, y este vomitó a Jonás en tierra.

Ἰωνᾶς, κεφάλαιο 3

(descargar)

Και έγεινε λόγος Κυρίου προς Ιωνάν εκ δευτέρου, λέγων, Σηκώθητι, ύπαγε εις Νινευή, την πόλιν την μεγάλην, και κήρυξον προς αυτήν το κήρυγμα, το οποίον εγώ λαλώ προς σε.

Por segunda vez llegó la palabra del Señor a Jonás en estos términos: «Levántate, vete a Nínive, la gran ciudad y proclama el mensaje que yo te diga.»

Και εσηκώθη ο Ιωνάς και υπήγεν εις Νινευή κατά τον λόγον του Κυρίου. Η δε Νινευνή ήτο πόλις μεγάλη σφόδρα, οδού τριών ημερών·

Jonás se levantó y fue a Nínive conforme a la palabra del Señor. Nínive era una ciudad grandísima, de un recorrido de tres días.

Και ήρχισεν ο Ιωνάς να διέρχηται εις την πόλιν οδόν μιας ημέρας και εκήρυξε και είπεν, Έτι τεσσαράκοντα ημέραι και η Νινευή θέλει καταστραφ.

Jonás comenzó a recorrer la ciudad durante un día, proclamando: «Dentro de cuarenta días Nínive será destruida.»

Και οι άνδρες της Νινευή επίστευσαν εις τον Θεόν και εκήρυξαν νηστείαν και ενεδύθησαν σάκκους από μεγάλου αυτών έως μικρού αυτών ·

Los hombres de Nínive creyeron en Dios: ordenaron un ayuno y se vistieron de sayal desde el mayor al menor,

διότι ο λόγος είχε φθάσει προς τον βασιλέα της Νινευή και εσηκώθη από του θρόνου αυτού και αφήρεσε την στολήν αυτού επάνωθεν εαυτού και εσκεπάσθη με σάκκον και εκάθησεν επί σποδού.

Pues la palabra había llegado hasta el rey de Nínive, que se levantó de su trono, se quitó su manto, se cubrió con un sayal y se sentó en la ceniza.

Και διεκηρύχθη και εγνωστοποιήθη εν τη Νινευή διά ψηφίσματος του βασιλέως και των μεγιστάνων αυτού και ελαλήθη, οι άνθρωποι και τα κτήνη, οι βόες και τα πρόβατα, να μη γευθώσι μηδέν, μηδέ να βοσκήσωσι, μηδέ ύδωρ να πίωσιν ·

Luego mandó pregonar y decir en Nínive: «Por mandato del rey y de sus grandes, que hombres y bestias, ganado mayor y menor, no prueben bocado ni pasten ni beban agua,

αλλ’ άνθρωπος και κτήνος να σκεπασθώσι με σάκκους και να φωνάξωσιν ισχυρώς προς τον Θεόν· και ας επιστρέψωσιν έκαστος από της οδού αυτού της πονηράς και από της αδικίας, ήτις είναι εν ταις χερσίν αυτών.

sino que personas y bestias se cubran con sayales e invoquen a Dios con vehemencia; que cada uno se aparte de su mal camino y de la injusticia que hay en sus manos.

Τις εξεύρει αν επιστρέψ και μεταμεληθ ο Θεός και επιστρέψ από της οργής του θυμού αυτού και δεν απολεσθώμεν;

¡Quién sabe si acaso vuelva Dios y se arrepienta, se vuelva del ardor de su cólera, y no perezcamos.»

Και είδεν ο Θεός τα έργα αυτών, ότι επέστρεψαν από της οδού αυτών της πονηράς· και μετεμελήθη ο Θεός περί του κακού, το οποίον είπε να κάμ εις αυτούς· και δεν έκαμεν αυτό.

Vio Dios sus obras, cómo se apartaron de su camino de mala conducta, y se arrepintió Dios del mal que había dicho que les haría, y no lo hizo.

Ἰωνᾶς, κεφάλαιο 4

(descargar)

Και ελυπήθη ο Ιωνάς λύπην μεγάλην και ηγανάκτησε. Και προσηυχήθη προς τον Κύριον και είπεν, Ω Κύριε, δεν ήτο ούτος ο λόγος μου, ενώ έτι ήμην εν τη πατρίδι μου; διά τούτο προέλαβον να φύγω εις Θαρσείς· διότι εγνώριζον ότι συ είσαι Θεός ελεήμων και οικτίρμων, μακρόθυμος και πολυέλεος και μετανοών διά το κακόν.

Jonás, se disgustó mucho y se irritó; y oró al Señor diciendo: «¡Ah, Señor!, ¿no es esto lo que yo decía cuando estaba todavía en mi tierra? Fue por eso por lo que me apresuré a huir a Tarsis. Porque bien sabía yo que tú eres un Dios clemente y misericordioso, tardo a la cólera y rico en compasión, que se arrepiente del mal.

Και τώρα, Κύριε, λάβε, δέομαί σου, την ψυχήν μου απ’ εμού· διότι είναι κάλλιον εις εμέ να αποθάνω παρά να ζω.

Y ahora, Señor, te suplico que me quites la vida, porque mejor para mí es morir que vivir.»

Και είπε Κύριος, Είναι καλόν να αγανακτής;

Mas el Señor dijo: «¿Está bien que te irrites?»

Και εξήλθεν Ιωνάς από της πόλεως και εκάθησε κατά το ανατολικόν μέρος της πόλεως, και εκεί έκαμεν εις εαυτόν καλύβην και εκάθητο υποκάτω αυτής εν τη σκιά, εωσού ίδη τι έμελλε να γείνη εις την πόλιν.

Salió Jonás de la ciudad y se sentó al oriente de la ciudad; allí se hizo una cabaña bajo la cual se sentó a la sombra, hasta ver qué sucedía en la ciudad.

Και διέταξε Κύριος ο Θεός κολοκύνθην και έκαμε να αναβή επάνωθεν του Ιωνά, διά να ήναι σκιά υπεράνω της κεφαλής αυτού, διά να ανακουφίση αυτόν από της θλίψεως αυτού. Και εχάρη ο Ιωνάς διά την κολοκύνθην χαράν μεγάλην.

Entonces el Señor Dios dispuso una planta de coloquíntida 1 que creciese por encima de Jonás para dar sombra a su cabeza y librarle así de su mal. Jonás se puso muy contento por aquella planta.

Και διέταξεν ο Θεός σκώληκα, ότε εχάραξεν η αυγή της επαύριον· και επάταξε την κολοκύνθην και εξηράνθη.

Pero Dios mandó un gusano, cuando clareó la aurora al día siguiente, y el gusano dañó la coloquíntida y se secó.

Και καθώς ανέτειλεν ο ήλιος, διέταξεν ο Θεός άνεμον ανατολικόν καυστικόν · και προσέβαλεν ο ήλιος επί την κεφαλήν του Ιωνά, ώστε ώλιγοψύχησε· και εζήτησεν εν τη ψυχή αυτού να αποθάνη, και είπεν, Είναι κάλλιον εις εμέ να αποθάνω παρά να ζ.

Y al salir el sol, mandó Dios un sofocante viento solano. El sol hirió la cabeza de Jonás, y éste se desanimó; se deseó la muerte y dijo: «¡Mejor para mí que muera, en vez de que viva!»

Και είπεν ο Θεός προς τον Ιωνάν, είναι καλόν να αγανακτς διά την κολοκύνθην; Και είπε, Καλόν είναι να αγανακτ έως θανάτου.

Entonces Dios dijo a Jonás: «¿Te parece bien irritarte por ese ricino?» Respondió: «¡Sí, me parece bien irritarme hasta la muerte!»

Και είπε Κύριος, Συ ελυπήθης υπέρ της κολοκύνθης, διά την οποίαν δεν εκοπίασας, αλλ’ ουδέ έκαμες αυτήν να αυξήση, ήτις εγεννήθη εν μιά νυκτί και εν μιά νυκτί εχάθη.

Y el Señor dijo: «Tu tienes lástima de una coloquíntida por la que nada te fatigaste, que no hiciste tú crecer, que en el término de una noche fue y en el término de una noche feneció.

Και εγώ δεν έπρεπε να λυπηθώ υπέρ της Νινευή, της πόλεως της μεγάλης, εν ή υπάρχουσι πλειότεροι των δώδεκα μυριάδων ανθρώπων, οίτινες δεν διακρίνουσι την δεξιάν αυτών από της αριστεράς αυτών, και κτήνη πολλά;

¿Y no voy a tener lástima yo de Nínive, la gran ciudad, en la que hay más de ciento veinte mil personas que no distinguen su derecha de su izquierda, y una gran cantidad de animales?»

*****

1 El traductor Neófytos Vamvas traduce el original hebreo קִיקָי֞וֹן qiqayon (¿planta del ricino?) por κολοκύνθη que es una calabacera, o bien una planta silvestre trepadora llamada coloquíntida.

BIBLIA – ANTIGUO TESTAMENTO – ÉXODO

 

 

 

Capítulo III – κεφάλαιο γ’

 

http://www.ivoox.com/biblia-exodus-03-en-griego_md_4807699_wp_1.mp3″ (descargar)

Ο δε Μωϋσής έβοσκε τα πρόβατα του Ιοθόρ, πενθερού αυτού, ιερέως της Μαδιάμ · και έφερε τα πρόβατα εις το όπισθεν μέρος της ερήμου και ήλθεν εις το όρος του Θεού, το Χωρήβ.

Εφάνη δε εις αυτόν άγγελος Κυρίου εν φλογί πυρός εκ μέσου της βάτου· και είδε και ιδού, η βάτος εκαίετο υπό του πυρός και η βάτος δεν κατεκαίετο.

Και είπεν ο Μωϋσής, Ας στρέψω και ας παρατηρήσω το μέγα τούτο θέαμα, διά τι η βάτος δεν κατακαίεται.

Και ως είδεν ο Κύριος τον Μωϋσήν ότι έστρεψε να παρατηρήση, εφώνησε προς αυτόν ο Θεός εκ μέσου της βάτου και είπε, Μωϋσή, Μωϋσή. Ο δε είπεν, Ιδού, εγώ.

Και είπε, Μη πλησιάσης εδώ · λύσον τα υποδήματά σου εκ των ποδών σου· διότι ο τόπος επί του οποίου ίστασαι είναι γη αγία.

Apacentaba Moisés las ovejas de Jetro su suegro, sacerdote de Madián, y llevó las ovejas a través del desierto, y llegó hasta Horeb, monte de Dios.

Y se le apareció un ángel del Señor en una llama de fuego en medio de la zarza; y él miró, y he aquí que la zarza se quemaba por el fuego, y la zarza no se consumía.

Entonces Moisés dijo: voy a ir y observaré este gran espectáculo, por qué la zarza no se consume.

Y cuando vio el Señor a Moisés que se detenía a mirar, lo llamó Dios de en medio de la zarza, y dijo: ¡Moisés, Moisés! Y él respondió: Heme aquí.

Y dijo: No te acerques; quita tu calzado de tus pies, porque el lugar en que tú estás, tierra santa es.

Και είπε προς αυτόν, Εγώ είμαι ο Θεός του πατρός σου, ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ. Έκρυψε δε το πρόσωπον αυτού ο Μωϋσής· διότι εφοβείτο να εμβλέψη εις τον Θεόν.

Y dijo: Yo soy el Dios de tu padre, Dios de Abraham, Dios de Isaac, y Dios de Jacob. Entonces Moisés cubrió su rostro, porque tuvo miedo de mirar a Dios.

Και είπεν ο Κύριος, Είδον, είδον την ταλαιπωρίαν του λαού μου του εν Αιγύπτω και ήκουσα την κραυγήν αυτών εξ αιτίας των εργοδιωκτών αυτών · διότι εγνώρισα την οδύνην αυτών·

Dijo luego el Señor: “He visto, he visto la aflicción de mi pueblo en Egipto, y he oído su clamor a causa de sus capataces; pues he conocido su dolor.

και κατέβην διά να ελευθερώσω αυτούς εκ της χειρός των Αιγυπτίων και να αναβιβάσω αυτούς εκ της γης εκείνης εις γην καλήν και ευρύχωρον, εις γην ρέουσαν γάλα και μέλι, εις τον τόπον των Χαναναίων και Χετταίων και Αμορραίων και Φερεζαίων και Ευαίων και Ιεβουσαίων ·

He descendido para librarlos de mano de los egipcios, y sacarlos de aquella tierra a una tierra buena y ancha, a tierra que fluye leche y miel, a los lugares del cananeo, del heteo, del amorreo, del ferezeo, del heveo y del jebuseo.

και τώρα ιδού, η κραυγή των υιών Ισραήλ ήλθεν εις εμέ· και είδον έτι την κατάθλιψιν, με την οποίαν οι Αιγύπτιοι καταθλίβουσιν αυτούς·

El clamor, pues, de los hijos de Israel ha venido delante de mí, y también he visto la opresión con que los egipcios los oprimen.

ελθέ λοιπόν τώρα και θέλω σε αποστείλει προς τον Φαραώ, και θέλεις εξαγάγει τον λαόν μου τους υιούς Ισραήλ εξ Αιγύπτου.

Ven, por tanto, ahora, y te enviaré a Faraón, para que saques de Egipto a mi pueblo, los hijos de Israel.

Και απεκρίθη ο Μωϋσής προς τον Θεόν, Τις είμαι εγώ, διά να υπάγω προς τον Φαραώ και να εξαγάγω τους υιούς Ισραήλ εξ Αιγύπτου;

Entonces Moisés respondió a Dios: ¿Quién soy yo para que vaya a Faraón, y saque de Egipto a los hijos de Israel?

Και είπεν ο Θεός, Βεβαίως εγώ θέλω είσθαι μετά σού· και τούτο θέλει είσθαι εις σε το σημείον, ότι εγώ σε απέστειλα· Αφού εξαγάγης τον λαόν μου εξ Αιγύπτου, θέλετε λατρεύσει τον Θεόν επί του όρους τούτου.

Y él respondió: Ciertamente yo estaré contigo; y esto te será por señal de que yo te he enviado: cuando hayas sacado de Egipto al pueblo, serviréis a Dios sobre este monte.

Και είπεν ο Μωϋσής προς τον Θεόν, Ιδού, όταν εγώ υπάγω προς τους υιούς Ισραήλ και είπω προς αυτούς, Ο Θεός των πατέρων σας με απέστειλε προς εσάς, και εκείνοι μ’ ερωτήσωσι, Τι είναι το όνομα αυτού; τι θέλω ειπεί προς αυτούς;

Dijo Moisés a Dios: He aquí que llego yo a los hijos de Israel, y les digo: El Dios de vuestros padres me ha enviado a vosotros. Si ellos me preguntaren: ¿Cuál es su nombre?, ¿qué les responderé?

Και είπεν ο Θεός προς τον Μωϋσήν, Εγώ είμαι ο Ων· και είπεν, Ούτω θέλεις ειπεί προς τους υιούς Ισραήλ· Ο Ων με απέστειλε προς εσάς.

Y respondió Dios a Moisés: Yo soy EL QUE ES. Y dijo: Así dirás a los hijos de Israel: “EL QUE ES” me envió a vosotros.

Και είπεν έτι ο Θεός προς τον Μωϋσήν, Ούτω θέλεις ειπεί προς τους υιούς Ισραήλ · Κύριος ο Θεός των πατέρων σας, ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ, με απέστειλε προς εσάς · τούτο θέλει είσθαι το όνομά μου εις τον αιώνα και τούτο το μνημόσυνόν μου εις γενεάς γενεών·

Además dijo Dios a Moisés: Así dirás a los hijos de Israel: el Señor Dios de vuestros padres, el dios de Abraham, dios de Isaac y dios de Jacob, me ha enviado a vosotros. Este será mi nombre para siempre; con él se me recordará por todos los siglos.

ύπαγε και σύναξον τους πρεσβυτέρους του Ισραήλ και ειπέ προς αυτούς, Κύριος ο Θεός των πατέρων σας, ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, εφάνη εις εμέ, λέγων, Επεσκέφθην αληθώς εσάς και τα όσα κάμνουσιν εις εσάς εν Αιγύπτω ·

Ve, y reúne a los ancianos de Israel, y diles: el Señor, el Dios de vuestros padres, el Dios de Abraham, de Isaac y de Jacob, se me apareció diciendo: “En verdad os he visitado, y he visto cuanto se os hace en Egipto”;

και είπα, Θέλω σας αναβιβάσει εκ της ταλαιπωρίας των Αιγυπτίων εις την γην των Χαναναίων και Χετταίων και Αμορραίων και Φερεζαίων και Ευαίων και Ιεβουσαίων, εις γην ρέουσαν γάλα και μέλι ·

y he dicho: “Yo os sacaré de la aflicción de Egipto a la tierra del cananeo, del hetita, del amorreo, del ferezeo, del heveo y del jebuseo, a una tierra de la que fluye leche y miel”.

και θέλουσιν υπακούσει εις την φωνήν σου · και θέλεις υπάγει, συ και οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ, προς τον βασιλέα της Αιγύπτου και θέλετε ειπεί προς αυτόν, Κύριος ο Θεός των Εβραίων συνήντησεν ημάς · τώρα λοιπόν άφες να υπάγωμεν οδόν τριών ημερών εις την έρημον, διά να προσφέρωμεν θυσίαν εις Κύριον τον Θεόν ημών·

Y oirán tu voz; e irás tú, y los ancianos de Israel, al rey de Egipto, y le diréis: “El Señor Dios de los hebreos nos ha encontrado; por tanto, permítenos ahora que recorramos un camino de tres días por el desierto, para que ofrezcamos sacrificios al Señor nuestro Dios”.

εγώ δε εξεύρω, ότι δεν θέλει σας αφήσει ο βασιλεύς της Αιγύπτου να υπάγητε, ειμή διά χειρός κραταιάς · και εκτείνας την χείρα μου, θέλω πατάξει την Αίγυπτον με πάντα τα θαυμάσιά μου τα οποία θέλω κάμει εν μέσω αυτής · και μετά ταύτα θέλει σας εξαποστείλει ·

Mas yo sé que el rey de Egipto no os dejará ir sino por mano fuerte. Pero yo, extendiendo mi mano, heriré a Egipto con todas mis maravillas que haré en él, y tras eso os dejará ir.

και θέλω δώσει χάριν εις τον λαόν τούτον έμπροσθεν των Αιγυπτίων · και όταν αναχωρήτε, δεν θέλετε αναχωρήσει κενοί ·

αλλά πάσα γυνή θέλει ζητήσει παρά της γείτονος αυτής και παρά της συγκατοίκου αυτής σκεύη αργυρά και σκεύη χρυσά και ενδύματα· και θέλετε επιθέσει αυτά επί τους υιούς σας και επί τας θυγατέρας σας και θέλετε γυμνώσει τους Αιγυπτίους.

Y yo daré a este pueblo gracia en los ojos de los egipcios, y cuando salgáis, no saldréis con las manos vacías; sino que pedirá cada mujer a su vecina y a su coinquilina objetos de plata, objetos de oro, y vestidos, los cuales pondréis sobre vuestros hijos y vuestras hijas; y despojaréis a los egipcios.

BIBLIA – ANTIGUO TESTAMENTO – ECCLESIASTES

ECCLESIASTES

CAPÍTULO i

(descargar)

Λόγοι του εκκλησιαστού, υιού του Δαβίδ, βασιλέως εν Ιερουσαλήμ.

Ματαιότης ματαιοτήτων, είπεν ο Εκκλησιαστής· ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης.

Τις ωφέλεια εις τον άνθρωπον εκ παντός του μόχθου αυτού, τον οποίον μοχθεί υπό τον ήλιον;

Γενεά υπάγει, και γενεά έρχεται· η δε γη διαμένει εις τον αιώνα.

Και ανατέλλει ο ήλιος, και δύει ο ήλιος· και σπεύδει προς τον τόπον αυτού, όθεν ανέτειλεν.

Υπάγει προς τον νότον ο άνεμος, και επιστρέφει προς τον βορράν· ακαταπαύστως περιστρεφόμενος υπάγει, και επανέρχεται επί τους κύκλους αυτού, ο άνεμος.

Πάντες οι ποταμοί υπάγουσιν εις την θάλασσαν, και η θάλασσα ποτέ δεν γεμίζει· εις τον τόπον όθεν ρέουσιν οι ποταμοί, εκεί πάλιν επιστρέφουσι, διά να υπάγωσι.

Πάντα τα πράγματα είναι εν κόπω· δεν δύναται άνθρωπος να εκφράση τούτο· ο οφθαλμός δεν χορταίνει βλέπων, και το ωτίον δεν γεμίζει ακούον.

ό,τι έγεινε, τούτο πάλιν θέλει γείνει· και ό,τι συνέβη, τούτο πάλιν θέλει συμβή· και δεν είναι ουδέν νέον υπό τον ήλιον.

Υπάρχει πράγμα, περί του οποίου δύναταί τις να είπη, Ιδέ, τούτο είναι νέον; τούτο έγεινεν ήδη εις τους αιώνας οίτινες υπήρξαν προ ημών.

Δεν είναι μνήμη των προγεγονότων, ουδέ θέλει είσθαι μνήμη των επιγενησομένων μετά ταύτα, εις τους μέλλοντας να υπάρξωσιν έπειτα.

Εγώ ο Εκκλησιαστής εστάθην βασιλεύς επί τον Ισραήλ εν Ιερουσαλήμ·

και έδωκα την καρδίαν μου εις το να εκζητήσω και να ερευνήσω διά της σοφίας περί πάντων των γινομένων υπό τον ουρανόν· τον οχληρόν τούτον περισπασμόν ο Θεός έδωκεν εις τους υιούς των ανθρώπων, διά να μοχθώσιν εν αυτώ.

Είδον πάντα τα έργα τα γινόμενα υπό τον ήλιον, και ιδού, τα πάντα ματαιότης και θλίψις πνεύματος.

Palabras del congregador1, hijo de David, rey en Jerusalén.

Vanidad de vanidades, dijo el congregador; vanidad de vanidades, todo es vanidad.

¿Qué provecho tiene el hombre de todo su trabajo con que se afana debajo del sol?

Generación va, y generación viene; mas la tierra siempre permanece.

Sale el sol, y se pone el sol, y se apresura a volver al lugar de donde se levanta.
El viento tira hacia el sur, y rodea al norte; va girando de continuo, y a sus giros vuelve el viento de nuevo.
Los ríos todos van al mar, y el mar no se llena; al lugar de donde los ríos vinieron, allí vuelven para correr de nuevo.
Todas las cosas son fatigosas más de lo que el hombre puede expresar; nunca se sacia el ojo de ver, ni el oído de oír.
¿Qué es lo que fue? Lo mismo que será. ¿Qué es lo que ha sido hecho? Lo mismo que se hará; y nada hay nuevo debajo del sol.
¿Hay algo de que se puede decir: He aquí esto es nuevo? Ya fue en los siglos que nos han precedido.
No hay memoria de lo que precedió, ni tampoco de lo que sucederá habrá memoria en los que serán después.

Yo el Predicador fui rey sobre Israel en Jerusalén.

Y di mi corazón a inquirir y a buscar con sabiduría sobre todo lo que se hace debajo del cielo; este penoso trabajo dio Dios a los hijos de los hombres, para que se ocupen en él.
Miré todas las obras que se hacen debajo del sol; y he aquí, todo ello es vanidad y aflicción de espíritu.

 Το στρεβλόν δεν δύναται να γείνη ευθές, και αι ελλείψεις δεν δύνανται να αριθμηθώσιν. Lo torcido no se puede enderezar, y lo incompleto no puede contarse.

 Εγώ ελάλησα εν τη καρδία μου λέγων, «Ιδού, εγώ εμεγαλύνθην και ηυξήνθην εις σοφίαν υπέρ πάντας τους υπάρξαντας προ εμού εν Ιερουσαλήμ, και η καρδία μου απήλαυσε πολλήν σοφίαν και γνώσιν».

  Hablé yo en mi corazón, diciendo: «He aquí yo me he engrandecido, y he crecido en sabiduría sobre todos los que existieron antes de mí en Jerusalén; y mi corazón ha conseguido mucha sabiduría y ciencia».

Και έδωκα την καρδίαν μου εις το να γνωρίσῃ σοφίαν και εις το να γνωρίσῃ ανοησίαν και αφροσύνην · πλην εγνώρισα ότι και τούτο είναι θλίψις πνεύματος.

Y dediqué mi corazón a conocer la sabiduría, y también a entender las locuras y los desvaríos; conocí que aun esto era aflicción de espíritu.

Διότι εν πολλή σοφία είναι πολλή λύπη· και όστις προσθέτει γνώσιν, προσθέτει πόνον.

Porque en la mucha sabiduría hay mucha molestia; y quien añade ciencia, añade dolor.

1 “congregador” (ecclesiastés) : el que congrega o reúne a los fieles en la asamblea (ἐκκλησία)

.

BIBLIA – PROVERBIOS

El libro de “Proverbios”, del Antiguo Testamento, en la traducción de Νεόφυτος Βάμβας Neófitos Vamvas, que es un griego a medio camino entre el clásico y el demótico.

.01.

http://www.ivoox.com/20-biblia-proverbios-01-en-griego_md_4635183_wp_1.mp3″ (descargar)

Παροιμίαι Σολομώντος, υιού του Δαβίδ, βασιλέως του Ισραήλ, διά να γνωρίσῃ τις σοφίαν και παιδείαν, διά να νοήσῃ λόγους φρονήσεως,

Proverbios de Salomón, hijo de David, rey de Israel, para que uno entienda sabiduría y doctrina, para conocer razones prudentes,

διά να λάβῃ διδασκαλίαν συνέσεως, δικαιοσύνης και κρίσεως και ευθύτητος, διά να δώσῃ νόησιν εις τους απλούς, και εις τον νέον μάθησιν και διάγνωσιν.

Para recibir el consejo de prudencia, de justicia, juicio y equidad, para dar sagacidad a los simples, y al joven inteligencia y cordura.

Ο σοφός ακούων θέλει γείνει σοφώτερος, και ο νοήμων θέλει αποκτήσει επιστήμην κυβερνήσεως · ώστε να εννοῃ παροιμίαν και σκοτεινόν λόγον, ρήσεις σοφών και αινίγματα αυτών.

El sabio, al oírlo, se hará más sabio, y el entendido adquirirá la ciencia del buen gobierno, como para entender proverbios y razones oscuras, palabras de sabios, y sus enigmas.

Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου · οι άφρονες καταφρονούσι την σοφίαν και την διδασκαλίαν.

El principio de la sabiduría es el temor del Señor. Los insensatos desprecian la sabiduría y la enseñanza.

Άκουε, υιέ μου, την διδασκαλίαν του πατρός σου, και μη απορρίψῃς τον νόμον της μητρός σου. Διότι ταύτα θέλουσιν είσθαι στέφανος χαρίτων εις την κορυφήν σου και περιδέραιον περί τον τράχηλόν σου.

Oye, hijo mío, la instrucción de tu padre, y no desprecies la dirección de tu madre. Porque una corona [como adorno] de gracia serán en tu cabeza, y un collar a tu cuello.

Υιέ μου, εάν θελήσωσιν οι αμαρτωλοί να σε δελεάσωσι, μη θελήσης · εάν είπωσιν, Ελθέ μεθ’ ημών, ας ενεδρεύσωμεν δι’ αίμα, ας επιβουλευθώμεν αναιτίως τον αθώον, Ας καταπίωμεν αυτούς ζώντας, ως ο άδης, και ολοκλήρους ως τους καταβαίνοντας εις τον λάκκον · θέλομεν ευρεί παν πολύτιμον αγαθόν, θέλομεν γεμίσει τους οίκους ημών από λαφύρων · θες τον κλήρόν σου μεταξύ ημών, εν βαλάντιον ας ήναι εις πάντας ημάς ·

 Hijo mío, si los pecadores te quisieren engañar, no consientas.  Si dijeren: “Ven con nosotros, pongamos asechanzas para derramar sangre, acechemos sin motivo al inocente, los tragaremos vivos, como el Hades, y enteros, como a los que caen en el hoyo. Hallaremos riquezas de toda clase, llenaremos nuestras casas de despojos. ¡Echa tu suerte entre nosotros! ¡Tengamos todos una bolsa!”

υιέ μου, μη περιπατήσης εν οδώ μετ’ αυτών· άπεχε τον πόδα σου από των τρίβων αυτών · διότι οι πόδες αυτών τρέχουσιν εις το κακόν, και σπεύδουσιν εις το να χύσωσιν αίμα. Διότι ματαίως εξαπλόνεται δίκτυον έμπροσθεν των οφθαλμών παντός πτερωτού. Διότι ούτοι ενεδρεύουσι κατά του ιδίου αυτών αίματος, επιβουλεύονται τας εαυτών ψυχάς · Τοιαύται είναι αι οδοί παντός πλεονέκτου· η πλεονεξία αφαιρεί την ζωήν των κυριευομένων υπ’ αυτής.

Η σοφία φωνάζει έξω, εκπέμπει την φωνήν αυτής εν ταις πλατείαις·

Κράζει επί κεφαλής των αγορών, εν ταις εισόδοις των πυλών· απαγγέλλει τους λόγους αυτής διά της πόλεως, λέγουσα,

Έως πότε, μωροί, θέλετε αγαπά την μωρίαν, και οι χλευασταί θέλουσιν ηδύνεσθαι εις τους χλευασμούς αυτών, και οι άφρονες θέλουσι μισεί την γνώσιν;

Επιστρέψατε προς τους ελέγχους μου· ιδού, εγώ θέλω εκχέει το πνεύμά μου εφ’ υμάς, θέλω σας κάμει να νοήσητε τους λόγους μου.

Επειδή εγώ έκραζον, και σεις δεν υπηκούετε· εξέτεινον την χείρα μου, και ουδείς προσείχεν. Αλλά κατεφρονείτε πάσας τας συμβουλάς μου και τους ελέγχους μου δεν εδέχεσθε · διά τούτο και εγώ θέλω επιγελάσει εις τον όλεθρόν σας· θέλω καταχαρή, όταν επέλθη ο φόβος σας.

Όταν ο φόβος σας επέλθη ως ερήμωσις και η καταστροφή σας εφορμήση ως ανεμοστρόβιλος, όταν η θλίψις και η στενοχωρία έλθωσιν εφ’ υμάς·

τότε θέλουσι με επικαλεσθή, αλλά δεν θέλω αποκριθή · επιμόνως θέλουσι με εκζητήσει, αλλά δεν θέλουσι με ευρεί.

Hijo mío, no andes en camino con ellos. Aparta tu pie de sus veredas, porque sus pies corren hacia el mal, y van presurosos a derramar sangre.

Porque en vano se tenderá la red ante los ojos de toda ave. Pero ellos a su propia sangre ponen asechanzas, Y a sus almas tienden lazo.

Tales son las sendas de todo el que es dado a la codicia, La cual quita la vida de sus poseedores.

La sabiduría clama en las calles, alza su voz en las plazas.

Clama en los principales lugares de reunión. En las entradas de las puertas de la ciudad dice sus razones.

¿Hasta cuándo, oh simples, amaréis la simpleza, y los burladores desearán el burlar, y los insensatos aborrecerán la ciencia?

Volveos a mi reprensión. He aquí que yo derramaré mi espíritu sobre vosotros, y os haré saber mis palabras.

Pues yo llamé, y no oísteis. Extendí mi mano, y no hubo quien atendiese,

Sino que desechasteis todo consejo mío Y mi reprensión no quisisteis,

También yo me reiré en vuestra calamidad, Y me burlaré cuando os viniere lo que teméis;

Cuando viniere como una destrucción lo que teméis, Y vuestra calamidad llegare como un torbellino; Cuando sobre vosotros viniere tribulación y angustia.

Entonces me llamarán, y no responderé; Me buscarán de modo insistente pero no me hallarán.

Διότι εμίσησαν την γνώσιν και τον φόβον του Κυρίου δεν εξέλεξαν · δεν ηθέλησαν τας συμβουλάς μου · κατεφρόνησαν πάντας τους ελέγχους μου ·

Por cuanto aborrecieron la sabiduría, y no escogieron el temor del Señor: no quisieron mi consejo, y menospreciaron toda reprensión mía,

διά τούτο θέλουσι φάγει από των καρπών της οδού αυτών και θέλουσι χορτασθή από των κακοβουλιών αυτών.

Por esto, comerán del fruto de su camino, y serán saciados de sus propios consejos.

Διότι η αποστασία των μωρών θέλει θανατώσει αυτούς, και η αμεριμνησία των αφρόνων θέλει αφανίσει αυτούς.

Porque el desvío de los ignorantes los matará, y el descuido de los necios los echará a perder.

Όστις όμως ακούει εμού, θέλει κατοικήσει εν ασφαλεία · και θέλει ησυχάζει, μη φοβούμενος κακόν.

Mas el que me oyere, habitará confiadamente y vivirá tranquilo, sin temor del mal.

BIBLIA – ANTIGUO TESTAMENTO – GÉNESIS. 10. Los descendientes de Noé

ΓΕΝΕΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ : 10

 

 

(descargar)

Και αύται είναι αι γενεαλογίαι των υιών του Νώε, Σημ, Χαμ και Ιάφεθ· και εγεννήθησαν εις αυτούς υιοί μετά τον κατακλυσμόν.

Estas son las generaciones de los hijos de Noé: Sem, Cam y Jafet, y les nacieron hijos después del diluvio.

Οι υιοί του Ιάφεθ ήσαν Γομέρ, και Μαγώγ, και Μαδαΐ, και Ιαυάν, και Θουβάλ, και Μεσέχ, και Θειράς.

Los hijos de Jafet: Gomer, Magog, Madai, Javán, Tubal, Mesec y Tiras.

Και οι υιοί του Γομέρ, Ασχενάζ, και Ριφάθ, και Θωγαρμά. Και οι υιοί του Ιαυάν, Ελεισά, και Θαρσείς, Κιττείμ, και Δωδανείμ.

Los hijos de Gomer: Askenaz, Rifat y Togarma. Los hijos de Javán: Elisa, Tarsis, Quitim y Dodanim.

Εκ τούτων εμοιράσθησαν αι νήσοι των εθνών εις τους τόπους αυτών· εκάστου κατά την γλώσσαν αυτού, κατά τας φυλάς αυτών, εις τα έθνη αυτών.

Entre éstos se repartieron las islas de los pueblos [paganos] en sus lugares [respectivos], cada cual según su lengua, conforme a sus familias en sus naciones.

Και οι υιοί του Χαμ, Χούς, και Μισραΐμ, και Φούθ, και Χαναάν. […]1

Los hijos de Cam: Cus, Mizraim, Fut y Canaán.

Και ο Χούς εγέννησε τον Νεβρώδ · ούτος ήρχισε να ήναι ισχυρός επί της γής · αυτός ήτο ισχυρός κυνηγός ενώπιον του Κυρίου · διά τούτο λέγεται, Ως Νεβρώδ, ισχυρός κυνηγός ενώπιον του Κυρίου ·

Y Cus engendró a Nimrod: éste llegó a ser el primer poderoso en la tierra. Este fue vigoroso cazador delante del Señor; por lo cual se dice: Así como Nimrod, vigoroso cazador delante del Señor.

και η αρχή της βασιλείας αυτού εστάθη Βαβυλών, και Ερέχ, και Αχάδ, και Χαλνέ, εν τη γη Σενναάρ.

Y fue el comienzo de su reino Babel, Erec, Acad y Calne, en la tierra de Sinar.

Εκ της γης εκείνης εξήλθεν ο Ασσούρ, και ωκοδόμησε την Νινευή, και την πόλιν Ρεχωβώθ, και την Χαλάχ, και την Ρεσέν μεταξύ της Νινευή και της Χαλάχ · αύτη είναι η πόλις η μεγάλη.

De esta tierra salió Asur, y edificó Nínive, Rehobot, Cala, y Resén entre Nínive y Cala: esta es la ciudad grande.

Και ο Μισραΐμ εγέννησε τους Λουδείμ, […] εκ των οποίων εξήλθον οι Φιλισταίοι, και τους Καφθορείμ.

Mizraim engendró a Ludim,[…] de donde salieron los filisteos, y a Caftorim.

[…] Και μετά τούτο διεσπάρησαν αι φυλαί των Χαναναίων. Και ήσαν τα όρια των Χαναναίων από Σιδώνος, καθώς υπάγει τις εις Γέραρα, έως Γάζης, και καθώς υπάγει τις εις Σόδομα και Γόμορρα, και Αδαμά, και Σεβωείμ, έως Λασά.

[…] y después se dispersaron las familias de los cananeos. Y fue el territorio de los cananeos desde Sidón, en dirección a Gerar, hasta Gaza; y en dirección de Sodoma, Gomorra, Adma y Zeboim, hasta Lasa.

Ούτοι είναι οι υιοί του Χαμ, κατά τας φυλάς αυτών, κατά τας γλώσσας αυτών, εις τους τόπους αυτών, εις τα έθνη αυτών.

Estos son los hijos de Cam por sus familias, por sus lenguas, en sus tierras, en sus naciones.

Και εις τον Σημ, τον πατέρα πάντων των υιών του Έβερ, τον αδελφόν Ιάφεθ του μεγαλητέρου, εγεννήθησαν και εις αυτόν υιοί.

También le nacieron hijos a Sem, padre de todos los hijos de Heber, y hermano mayor de Jafet.

Υιοί του Σημ ήσαν Ελάμ, και Ασσούρ, και Αρφαξάδ, και Λούδ, και Αράμ. […] 2

Los hijos de Sem fueron Elam, Asur, Arfaxad, Lud y Aram.

Και η κατοικία αυτών ήτο από Μησά, καθώς υπάγει τις εις Σεφαρά, όρος της Ανατολής.

Y la tierra en que habitaron fue desde Mesa en dirección de Sefar, hasta la región montañosa del oriente.

Ούτοι είναι οι υιοί του Σημ, κατά τας φυλάς αυτών, κατά τας γλώσσας αυτών, εις τους τόπους αυτών, κατά τα έθνη αυτών.

Estos fueron los hijos de Sem por sus familias, por sus lenguas, en sus tierras, en sus naciones.

Αύται είναι αι φυλαί των υιών του Νώε, κατά τας γενεάς αυτών, εις τα έθνη αυτών· και εκ τούτων διεσπάρησαν τα έθνη επί της γης μετά τον κατακλυσμόν.

Estas son las familias de los hijos de Noé por sus descendencias, en sus naciones; y de éstos se esparcieron las naciones en la tierra después del diluvio.

1 Και οι υιοί του Χούς, Σεβά, και Αβιλά, και Σαβθά, και Ρααμά, και Σαβθεκά· και οι υιοί του Ρααμά, Σεβά, και Δαιδάν. (Y los hijos de Cus: Seba, Havila, Sabta, Raama y Sabteca. Y los hijos de Raama: Seba y Dedán.)

2 Και οι υιοί του Αράμ, Ουζ, και Ουλ, και Γεθέρ, και Μας. Και ο Αρφαξάδ εγέννησε τον Σαλά· και ο Σαλά εγέννησε τον Έβερ. Και εις τον Έβερ εγεννήθησαν δύο υιοί· το όνομα του ενός, Φαλέγ· διότι εν ταις ημέραις αυτού διεμερίσθη η γή· και το όνομα του αδελφού αυτού, Ιοκτάν. (Y los hijos de Aram: Uz, Hul, Geter y Mas. Arfaxad engendró a Sala, y Sala engendró a Heber. Y a Heber nacieron dos hijos: el nombre del uno fue Peleg “división”, porque en sus días fue repartida la tierra; y el nombre de su hermano, Joctán.) Και ο Ιοκτάν εγέννησε τον Αλμωδάδ, και τον Σαλέφ, και τον Ασαρμαβέθ, και τον Ιαράχ, και τον Αδωράμ, και τον Ουζάλ, και τον Δικλά, και τον Οβάλ, και τον Αβιμαήλ, και τον Σεβά, και τον Οφείρ, και τον Αβιλά, και τον Ιωβάβ· πάντες ούτοι ήσαν υιοί του Ιοκτάν. (Y Joctán engendró a Almodad, Selef, Hazar-mavet, Jera, Adoram, Uzal, Dicla, Obal, Abimael, Seba, Ofir, Havila y Jobab; todos estos fueron hijos de Joctán.)

El nacimiento de Perseo

 

Texto: Acrisio manda arrojar al mar a su hijo Perseo por temor a un oráculo.

 

   DESCARGAR ARCHIVO PDF

   ὁ Ἀκρίσιος βασιλεύς μαντεύεται τὸ μαντεῖον τοῦ Ἀπόλλωνος περὶ τοῦ λοιποῦ χρόνου. ὁ θεὸς λέγει ὅτι ἐκ τῆς βασιλίσσης γίγνεται παῖς, ὃς μέλλει αὐτὸν ἀποκτενεῖν. ὁ Ἀκρίσιος, τοῦτο ϕοβοῦμενος, κατασκευάζει θάλαμον χάλκεον ὑπὸ γῆν καὶ φυλάττει ἐν αὐτῷ τὴν Δανάην (οὕτως ὀνομάζεται ἡ βασίλισσα) .

   ὁ Ζεὺς μεταμορφούμενος εἰς χρύσεον ὑετὸν εἰσέρχεται διὰ τῆς τοῦ θαλάμου ὀροφῆς καὶ συνέρχεται τῇ Δανάῃ. ὕστερον ἐξ αὐτῆς γίγνεται παῖς, Περσεὺς ὀνόματι. Ἀκρίσιος δὲ αἰσθάνεται τοῦτο: μὴ πιστεύει αὐτὸν Διὸς ὑιὸν εἶναι, τὴν κόρην μετὰ τοῦ παιδὸς εἰς θήκην βάλλει καὶ ῥίπτει εἰς θάλασσαν.

 Vocabulario:

 Ἀκρίσιος : Acrisio.
αἰσθάνομαι : percibir, darse cuenta
ἀποκτείνω : matar
Ἀπόλλων Ἀπόλλωνος: Apolo
βάλλω ἔβαλον βέβληκα : arrojar, lanzar, tirar,

βασιλεύς : rey
βασίλισσα -ης ἡ : reina; princesa
γῆ, γῆς, ἡ : tierra
γίγνομαι : llegar a ser; nacer
Δανάη -ης : Dánae
διὰ : por
Διὸς : genit. de Ζεύς
εἶναι : inf. de εἰμί
εἰς : hacia, a, al interior de, en [Ac]
εἰσέρχομαι: internarse, entrar en [ εἰς A]
ἐκ : de
ἐξ : véase ἐκ ante vocal
θάλαμος -ου, ὁ : dormitorio
θάλασσα ? & θάλαττα -ης ἡ : mar
θεός -οῦ ὁ ἡ : dios, diosa
θήκη –ης ἡ : cofre, caja
κατασκευάζω : equipar; preparar, disponer, construir.
κόρη  ἡ : muchacha
λέγω : decir
λοιπὸς : restante

μαντεῖον -ίου τό:oráculo
μαντεύομαι :consultar (un oráculo)
μέλλω : ir a (hacer algo), estar a punto de, tener la intención de
μετά : prep +[G] con,
μεταμορφούμενος : transformado.
μὴ : ¡no… ! (con inf. o imper.), que no
νομίζω ♣ ἐνόμισα νενόμικα : creer, pensar,
ὄνομα -ματος τό : nombre; reputación; ὀνόματι de nombre
ὀνομάζω : nombrar, llamar, denominar
ὀροφή -ῆς, ἡ : techo.

ὃς “el cual…”
ὅτι : que
οὕτως : así
παῖς παιδός ὁ ἡ :  niño -a,
περὶ : alrededor de, acerca de [G]
Περσεὺς έως: Perseo.
ῥίπτω ἔρριψα ἔρριϕα : lanzar, arrojar.
συνέρχομαι : llegar juntamente, ir juntos, reunirse, confluir, unirse.
σῴζω ἔσῳσα & ἔσωσα σέσωκα : conservar sano y salvo; salvar
τί ; ¿qué?
τοῦτο : esto
ὑετός -οῦ, ὁ : lluvia
ὑιός -οῦ, ὁ : hijo.
ὑπὸ : debajo de
ὕστερον : más tarde, posteriormente, después (de…[G]), finalmente, además.
ϕοβοῦμενος : temiéndose
ϕυλάττω : vigilar, guardar, custodiar
χάλκεος -α- ον (usu. át. χαλκοῦς ) : de bronce.
χρόνος -ου, ὁ ♣ : tiempo; ὁ λοιπὸς χρόνος el futuro
χρύσεος -η -ον : de oro